Όταν μιλάμε για την Κρήτη, σχεδόν πάντα αναφερόμαστε στη θάλασσα, στα φαράγγια, στα χωριά ή στη διατροφή της. Κι όμως, κάτω από όλα αυτά υπάρχει ένα αθέατο σύστημα που κράτησε το νησί ζωντανό για χιλιάδες χρόνια: οι νερομάνες, οι υπόγειες πηγές και τα παλιά πηγάδια που όριζαν πού θα χτιστεί ένα χωριό και πού όχι.
Οι παλιοί Κρητικοί δεν διάλεγαν τυχαία τόπο εγκατάστασης. Το νερό ερχόταν πρώτο. Πριν το σπίτι, πριν την εκκλησία, πριν το χωράφι. Μια νερομάνα –μια φυσική υπόγεια ροή που “ανασαίνει” μέσα από το βράχο– ήταν υπόσχεση ζωής. Εκεί γεννιόταν ο οικισμός.
Σε πολλά ορεινά χωριά, ειδικά στα Λευκά Όρη και στον Ψηλορείτη, υπάρχουν ακόμη πηγάδια που δεν στέρεψαν ποτέ. Χωρίς αντλίες, χωρίς σύγχρονες γεωτρήσεις. Το νερό τους θεωρούνταν «ζωντανό» και όχι απλώς πόσιμο. Γι’ αυτό και γύρω τους υπήρχαν άγραφοι κανόνες: δεν έπλενες ρούχα, δεν τάιζες ζώα, δεν φώναζες. Το νερό ήθελε σεβασμό.
Υπήρχαν επίσης οι λεγόμενες «κρυφές νεροφλέβες». Τις ήξεραν μόνο λίγοι – συνήθως ένας γέροντας του χωριού ή κάποιος βοσκός. Σε περιόδους ανομβρίας, αυτοί οδηγούσαν τους υπόλοιπους σε σημεία που έμοιαζαν ξερά, αλλά έδιναν νερό αν ήξερες πού να σκάψεις. Δεν ήταν μαγεία. Ήταν γνώση περασμένη από γενιά σε γενιά.
Σήμερα, πολλές από αυτές τις νερομάνες έχουν ξεχαστεί. Καλύφθηκαν από τσιμέντο, παρακάμφθηκαν από δίκτυα ύδρευσης ή απλώς εγκαταλείφθηκαν. Κι όμως, σε μια εποχή κλιματικής πίεσης και λειψυδρίας, ίσως η Κρήτη να χρειαστεί ξανά να θυμηθεί αυτό που ήξερε πάντα: πώς να ακούει τη γη πριν ζητήσει από αυτήν.
Ίσως το πιο αυθεντικό μυστικό της Κρήτης να μην είναι ούτε η ρακί, ούτε τα φαράγγια, ούτε τα πανηγύρια. Αλλά το νερό που τρέχει σιωπηλά από κάτω της, αιώνες τώρα, χωρίς να ζητά τίποτα. Μόνο να το θυμηθούμε.